Here i am.

Φεβρουαρίου 14, 2009 at 9:22 μμ (Χωρίς κατηγορία)

Που τον καιρό που έχω να γράψω ποστ αλλάξαν ούλα δαμέσα (εννοώ στη διαμόρφωση του wordpress).  Είχα κάμει ακόμα μιαν απόπειρα να γράψω τίποτε, αλλά  εν ήμουν σπίτι μου και εν εθυμούμουν τον κωδικό μου για να μπω…Μπράβο μου. Ο λόγος που έχω καιρό να γράψω είναι γιατί εγίναν πολλά trendy τα blogs, και αφού γενικότερα βρισκόμουν σε μια περίοδο εσωτερικής αναζήτησης (ή καταδίωξης), είπα να ξανασκεφτώ με τον εαυτό μου και τούτο το ζήτημα. Ε, μετά που το σκέφτηκα και είπα ότι έννα το συνεχίσω ήμουν πολλά απασχολημένη με άλλα πράματα και εν είχα χρόνο.

Τωρά όμως εν Σαββατοκυρίακο και έχω!!! Σήμερα εν ωραία μέρα! Έξω εν κρύο και βρέχει και εγώ κάθομαι μέσα στα βραστά μου, στο ωραίο μου σπιτάκι. Έκαθάρισά το, έφα, έκαμα το τσιγάρο μου και ο Γ. μου κάθεται και βλέπει μάππα. Εν ωραία μέρα, εν μέρα που χτυπά το τηλέφωνο και δεν μου επιτρέπω να το σηκώσω. Δεν θα με ενοχλήσει κανείς. Ούτε με την καλή, ούτε με την κακή έννοια.

Λοπόν, αυτές τις μέρες έγινε ένα πράμα που θέλω να διηγηθώ. Ήμουν στην στάση ένα πρωί και επερίμενα το λεωφορείο, το 550 -λαλώ σας και ποιο, γιατί εν ωραία να δημιουργείς εικόνες- και πλησιάζει μια γριά «κυρία».  Που τζείνες που εν σίουρα πάνω που εβδομήντα, εν που «καλή» οικογένεια, και έχουν τζείνο το ύφος σοβαροφάνειας και ξεφτισμένης γκλαμουριάς κολλημένο πανω στη φάτσα τους.

Ρωτά με αδιακρίτως ποιο λεωφορείο περιμένω. Απαντώ της τζιαι λαλεί μου και κείνη ποιο περιμένει. Σαννά τζιαι ρώτησα την. Ήθελε να πάει στο Χαλάνδρι. Χέστηκα. Κάθεται δίπλα μου και ρωτά με, αδιακρίτως πάλε, «εσυ ελληνίδα είσαι;»,  με ένα ύφος κατάφασης όμως. Είπα της είμαι Κύπρια (ο άνθρωπος είναι ζώον πολιτικόν) τζιαι είπε μου «Ε, το ίδιο είναι» και συνεχίσε με περίσια (και περιττή) παρρησία:

«Πω πω γεμίσαμε ξένους εδώ μέσα! Κι αυτές οι Φιλιππινέζες πόσες είναι; Στήν Κύπρο δεν έχετε τόσους ξένους!».  Δεν προλαβαίνω να της απαντήσω (η αδιαφορία μου ωστόσο για τα λεγόμενα και την παρέα της ήταν εμφανής, επροσπαθούσα όμως να θυμηθώ ποια δεκαετία εφέφκαν σωρηδόν οι Έλληνες μετανάστες στη Γερμανία) τζιαι αρχίζει να μου κάμνει μιαν  ανάλυση, συνδυάζοντας το ζήτημα των μεταναστών με την οικονομική κρίση! Ήταν σαν να τζιαι εδώκαν της γραμμή που το ΛΑΟΣ (θάνατος).  Μετά έπιασεν την ένας βήχας ανελέητος. Τζείνη την ώρα εσκέφτουμουν που μέσα μου «ζίλικούρτιν να φκάλεις παλιόγρια» και δεν ντρέπομαι καθόλου να το ομολογήσω. Εσκέφτουμουν επίσης πως ο βήχας που την έπιασε ήταν η «θεία δίκη» (χρησιμοποιώ τον όρο με  ελαστικότητα) για τα λεγόμενα της τζιαι άρχισα να απομακρύνομαι από την αντιπαθέστατη τύπισσα,  νιώθωντας ατυχής για την πρωινή μου γνωριμία.

» Γρια πουτάνα που ξυρίζει τα πόδια της

γίναμε άρρωστοι απ’ αυτήνα όλοι.

Ψυχομαμά που σκοτώνει τ’ αγορια της.

Είναι παράξενη αυτή η πολη».

Μόνιμος σύνδεσμος 4 Σχόλια